Σκεψεις Ιδεες Προβληματισμοι Ιστοριες Photoshopιδια Και blogo-ψυχοθεραπεια
Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2009
ψωμι (τα μεγαλα πρασινα ματια?)
Μια αχτιδα φωτος περασε απο το κενο που υπηρχε αναμεσα στην σκονισμενη κουρτινα και το παραθυρο χτυποντας τον στο ματι.
Ανοιξε τα βλεφαρα του αργα αργα βγαζοντας περιεργους ηχους
και μουγκριτα.
Το προσωπο του ηταν γεματο σαλια και ως συνηθως
στο στρωμα διακρινοταν καθαρα ο ημερισιος λεκες
που ειχε σχηματιστει καθως κοιμοταν ρεοντας αργα απο το μισανοιχτο στομα του.
Πιο παλια αλλαζε σεντονια καθε μερα.
Πλεον δεν τον ενοιαζε και τοσο.
Ανακαθησε στο κρεβατι,στηριζοντας την πλατη του στο πισω μερος
του κρεβατιου που ετριξε παραπονεμενο.
Το ξυλο ηταν παλιο,και τα κομματια του κρεβατιου ισα που ηταν ενωμενα.
Η ιδεα ομως οτι μια μερα καθως κοιμαται ησυχος στο κρεβατι του,αυτο θα διαλυθει και θα βρεθει κατω,ισα ισα που
τον συναρπαζε.
Στο πατωμα,πεταμενα σκιτσα και σχεδια,ενω οι περισσοτεροι τοιχοι ηταν χαραγμενοι,πιθανοτατα
με καποιο μαχαιρι,απεικονιζοντας φανταστικα τοπια,ομορφες κοπελες και περιεργα συμβολα.
Πηγαινε καιρος απο την τελευταια του δουλεια.
Παρατηρησε τα σωματιδια σκονης που αιωρουνταν στον χωρο και φωτιζονταν απο εκεινη την αχτιδα φωτος.
Ευτυχως που δεν ειναι κοντα του και δεν τα αναπνεει σκεφτηκε.
Σηκωθηκε με αργες κινησεις,και πηγε προς το παραθυρο αποφευγοντας να πλησιασει την αχτιδα,
μην τυχον και εισπνευσει αυτην την απαισια σκονη που αιωρουνταν.Ηταν ο δικος του τροπος να καθαριζει.
Ανοιγε το παραθυρο της κρεβατοκαμαρας και κατοπιν το παραθυρακι της κουζινας.Ετσι το σπιτι
καθαριζε,και ο πρωινος καφες του κρυωνε πιο γρηγορα.
Τρεις καφε,μια κοφτη ζαχαρη,και η μερα ξεκιναγε.
Πινοντας τον καφε,εψαχνε απεγνωσμενα κατι να φαει.
Σκεφτηκε οτι το σπιτι θα ειχε καποια φαγωσιμα πραγματα αν ηταν ινδος.
Στην προκειμενη ομως ειχε ελαχιστα φαγωσιμα πραγματα,
κι ετσι ξεκινησε για τον φουρνο.
Στον δρομο δεν μπορεσε να μην αγορασει δυο πακετακια τσιχλες.
Ουτε να εμποδισει το μικρο εκεινο παιδι με την μεγαλη βουρτσα να του γυαλισει τα παπουτσια.
Ο φουρνος ηταν οροσημο στην περιοχη.
Απο τους πρωτους στην πολη,κραταγε ακομα αυτο το αρωμα
της ζυμης που μολις μπηκε στον φουρνο και του ψωμιου
που μολις βγηκε απο αυτον.Μετρωντας στην παλαμη του τα λεφτα που του ειχαν
απομεινει δεν προσεξε το πλατυσκαλο στην εισοδο του φουρνου.Σκονταψε και επεσε πανω της.
Εκεινη γυρισε και τον κοιταξε με τα μεγαλα πρασινα ματια της.
Τα'χασε.Δεν ηξερε τι να πει,και ενιωθε ηδη τα ποδια του να μουδιαζουν.
"Εισαι καλα?" Τον ρωτησε εκεινη και η φωνη της ηχησε σαν ψαλμωδια στα αυτια του.
Εκανε μια νευρικη κινηση με τα δαχτυλα,σαν να να σκουπιζει κατι αορατο απο το παντελονι του,
προσπαθοντας να βαλει σε σειρα τις λεξεις στο μυαλο του
"Ναι,ναι με συγχωρειτε δεσποινις" Ψελλισε τελικα σκυβοντας το κεφαλι.
Εκεινη γυρισε μπροστα,δειχνοντας στον υπαλληλο το ψωμι που ηθελε.
Τι υπεροχα δαχτυλα..
"Αφηστε με να σας το πληρωσω εγω τουλαχιστον,ειναι το λιγοτερο που μπορω να κανω"
Της ειπε χαμογελοντας.Εκεινη δεχτηκε,και αφου τον ευχαριστησε,χαθηκε στην ομορφια του πρωινου.
"Τι θα παρετε κυριε?" Τον ρωτησε τοτε ο υπαλληλος.
"Εε,τιποτα ευχαριστω πολυ" ειπε εκεινος κοιταζοντας τα ελαχιστα χρηματα που του ειχαν απομεινει.
Γυρνοντας σπιτι,δεν μπορουσε να σκεφτει τιποτε αλλο.Αυτη η γυναικα,ο τροπος που τον κοιταξε..
Εφαγε μια ακομη τσιχλα και σωριαστικε στην ξεφτισμενη πολυθρονα του.Δεν ειχε τιποτα να φαει,
παρα μονο αυτες τις τσιχλες.Το στομαχι του φωναζε,αλλα εκεινος δεν ακουγε.Ειχε αγορασει
το ψωμι της και τιποτε αλλο στον κοσμο δεν ειχε τοση σημασια οσο αυτη του η πραξη.Ενιωθε χαρουμενος.
Ποτε θα την ξαναβλεπε ομως?
Οι ωρες πρνουσαν βασανιστικα.
Το αυριο ηταν τοσο,τοσο μακρυα.
Δεν μπορουσε να περιμενει να ξαναπαει στον φουρνο.
Και αν δεν πηγαινε?
Αρχισε να περπαταει κανωντας κυκλους στο σαλονι.
Το ξυλινο πατωμα ετριζε.
Τοιχος,τηλεοραση,πορτα,πολυθρονα,πασο κουζινας,τοιχος.
Τοιχος,τηλεοραση,πορτα,πολυθρονα,πασο κουζινας,τοιχος.
Τοιχος,τηλεοραση,πορτα,πολυθρονα,πασο κουζινας,τοιχος.
Τα αντικειμενα αυτα,με την ιδια σειρα εβλεπε για ωρες,αλλα
δεν τον ενοχλουσε.Γιατι δεν τα εβλεπε στην ουσια.Το μονο που
εβλεπε πλεον ηταν εκεινα τα πρασινα ματια.Πονουσε.
Δεν μπορουσε να την εχει.
Πηγε στο μπανιο του και κοιταχτηκε στον καθρεφτη.
Η ασχημια του τον ενοχλουσε.Πως μπορουσε να σταθει διπλα
σε κατι τοσο ομορφο εκεινος?
Δεν μπορουσε να την εχει.
Τα ρουθουνια του ρουφαγαν με λυσσα τον αερα.
Το στηθος του ανεβοκατεβαινε αποτομα.
Τι θα βλαψει λιγη ασχημια παραπανω?Ποιον θα ενοχλησει? σκεφτηκε καθως επαιρνε το μαχαιρι.
Αρχισε να χαραζει πανω του εκεινη.τα ματια της,το στομα της.
Δεν τον ενοχλουσε καθολου ο πονος.
Μεσα του ποναγε περισσοτερο και το ηξερε καλυτερα απο τον καθενα.
Ειχε βραδιασει,και μπορουσες να δεις το αιμα
στο φως του φεγγαριου να σταζει ακομη στο πατωμα.
Επρεπε να την βρει.Αποψε γινονταν ολα.
Κοιταχτηκε στον καθρεφτη,και θαυμασε το σχεδιο στο
στερνο του.Ηταν χαρουμενος.Ηταν ενθουσιασμενος.
Εφυγε απο το σπιτι του,αφηνοντας την πορτα ανοιχτη.
Αρχισε να τρεχει στον δρομο,και τα γυμνα του ποδια
αγκαλιαζαν τις ατελειες της ασφαλτου γεμιζοντας πληγες.
Εφθασε εξω απο τον φουρνο.
Ο φουρνος ηταν οροσημο στη περιοχη.
Εσπασε με το χερι του το τζαμι της πορτας.
Λιγο ακομα αιμα.
Ανοιξε το μεγαλο συρταρι πισω απο τον παγκο.
Εβγαλε το σημειωματαριο,και βρηκε την διευθυνση της.
Πηρε απο το πισω ραφι και μια φρατζολα ψωμι.
Θα τον συμπαθουσε ακομα περισσοτερο ετσι.
Οι προχειροι επιδεσμοι ανεμιζαν καθως ετρεχε.
Οταν εφτασε πια στο σπιτι της,ηταν μουσκεμα στον ιδρωτα.
Γονατησε στον κηπο της,περπατησε στα τεσσερα,μυριζοντας
τα παντα γυρω του.Το γρασιδι,τα λουλουδια της.Το χωμα.
Ανεβηκε το δισκαλο της εξωπορτας,και πιαστηκε απο το χερουλι
της πορτας.Με δυσκολια στηριχτηκε πανω του και σταθηκε ξανα στα ποδια του.
Πιεσε το δαχτυλο του,οσο πιο ελαφρα
μπορουσε στο κουδουνι,με τον ιδιο ομως,οπως
παντα, τροπο χτυπησε.
Περιμενε,ωσπου ακουσε τα βηματα της.
Κατεβαινε την σκαλα.
"Ποιος ειναι?" Ρωτησε απο την αλλη πλευρα της πορτας.
"Εγω,εγω ειμαι!Σου εφερα μια ακομα φρατζολα ψωμι
σε περιπτωση που ηθελες κι αλλο" απαντησε.
Ανοιγοντας την πορτα η κοπελα τα εχασε.
Ενας ανδρας στεκοταν μπροστα της μεσ'την νυχτα,
με τα μαλλια ανακατομενα μεσ'το προσωπο του,
με το στηθος του ξεσκισμενο,με το αιμα να εχει
λερωσει ολα του τα ρουχα,και στα χερια του μια
φρατζολα ψωμι.
Τα ματια του ελαμπαν,και στο προσωπο του ειχε ζωγραφιστει
ενα χαμογελο ευτυχιας.
Ολη η ομορφια του κοσμου ηταν εκει,μπροστα του.
Αυτα τα μεγαλα πρασινα ματια κοιταζαν μεσα στα δικα του.
Οτι μπορουσε να εχει στην ζωη του,οτι μπορουσε να καταφερει
ηταν λιγο σε σχεση με αυτο που ειχε μπροστα του.
Την επιασε με τα δυο του χερια και την αγκαλιασε.
Εκεινη αρχισε να φωναζει και να τον χτυπα.
Εκεινος δεν καταλαβαινε γιατι συμπεριφεροταν ετσι.
Την κραταγε πιο σφιχτα στα χερια του και της ελεγε ποσο ομορφη ηταν.
Εκεινη τον χτυπουσε και φωναζε.
Κρατωντας την σφιχτα στα χερια του,αρχισε να κλαιει,
και τα δακρυα του σκουπιζονταν απο το γλυκο ασπρο ρουχο της.
Το μονο που ηθελε ηταν να μεινει εκει,μαζι της για παντα.
Την κρατησε στα χερια του με ολη του την δυναμη και της ψυθιριζε
λογια που χανονταν στον αερα της νυχτας.
Καποια στιγμη η κοπελα σταματησε να φωναζει.
Χαρηκε.Νομιζε πως επιτελους καταλαβε και εκεινη.
Γυρισε να την κοιταξει.Τα μεγαλα πρασινα ματια της κοιταζαν
παγωμενα το τιποτα.
Επεμεινε εκει να την κοιταει.
Ειχε καταστρεψει το μοναδικο πραγμα που εδωσε ποτε
νοημα στην ζωη του.
Ειχε στερησει την ιδια τη ζωη απο το ομορφοτερο πλασμα του κοσμου.
Με ενα μαχαιρι,αρχισε να σκαλιζει το προσωπο της.
Τα ματια.Επρεπε να σωσει αυτα τα υπεροχα ματια απο την φθορα.
Με λεπτες κινησεις τα εβγαλε απο τις κογχες των ματιων
της,και τα πηρε στο χερι του.Ηταν δικα του και μονο.
Κανεις αλλος δεν επρεπε να εχει αυτην την ομορφια.
Κανεις αλλος αυτην την αισθηση της γαληνης.Της απολυτης
τελειοτητας.Τα τοποθετησε στην τσεπη διπλα στο στηθος του.
Αρχισε να τρεχει ξανα,χωρις κατευθυνση αυτη τη φορα.
Περασε σπιτια,μαγαζια και δρομους χωρις να ξερει που πηγαινει.
Μπηκε σε ενα παρκο,και εκει σταματησε.Περπατησε μεχρι εναν ανοιχτο
χωρο,οπου εβλεπε τον ουρανο.Ξαπλωσε κατω και κλαιγοντας
ξεριζωνε το χορταρι.
Το επομενο πρωι,τον βρηκαν κρεμασμενο
απο ενα δεντρο σε εκεινο το παρκο.
Αριστερα και δεξια του αιμα,
αλλα στο προσωπο του μια γαληνια εκφραση..,σχεδον χαρας.
Ειχε σκαψει με τα δαχτυλα του το γρασιδι,
με αποτελεσμα να ματωσουν και να σταζουν εκει ολο
το βραδυ.
Καποιος παρατηρησε πως ο τροπος που ειχε ξεριζωσει το χορταρι,
θυμιζε κατα εναν περιεργο τροπο
να γραφει την λεξη συγγνωμη.
Εφυγε απο το σπιτι του,αφηνοντας την πορτα ανοιχτη.
Ηξερε οτι δεν θα ξαναγυριζε εκεινο το βραδυ.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου