Απο που να πηγαζει η ευγενεια?
Τα κουρασμενα ματια εκλειναν.
Ο γερος τραγουδαγε ξεχασμενη οπερα.
Μικρες σκιες μοναχα πεταριζαν στις γωνιες του κοσμου.
Οι ψαλμωδιες και ενα καζανακι επεφταν στον οριζοντα καθέτως
Ποια ζωα δεν ξεχνανε ποτε?
Κρυφτο στο δασος με σκορπιες αλεπουδες να σκαλιζουνε τις αμμους.
Εκεινη?
Γεμιζε η δολια το τρυπιο σακι της και ταιζε εναν κοσμο ξεχασμενο πισω της απο αμελεια.
Δεν εγινα εγω κακος.
Εσεις με κανατε
με ολες τις λεξεις και τις ορεξεις τις αγκαλιες και τις ανεσεις, εσεις με κανατε γαμωτο..!
Ποιος να μιλησει ρε τωρα?
Ποιος να μιλησει στην πιο βαθεια σιωπη?
Ολα αυτα ενω ανεμελη ανεκφραστη ανεπηρεαστη αεναη και αστεια η μικρη μας μαζευε τα
κερασακια της.
Ζωγραφισα δυο κοσμους με ενα δαχτυλο.
Αλλα τι αργα που περνανε οι μερες αληθεια.
Κουραστικα τα ιδια πληκτρα να παταω απο επιμονη και οχι περιεργεια.
Μα θα βγει ποτε το κομματι η κομματια θα μεινει?
Τις δυσκολες μερες ξαπλωνα γυμνος νεκρος στο πατωμα και περιμενα.
Με τον μανδυα της αδιαφοριας να τυλιγει ασφικτικα,σχεδον
να πνιγει μετραγα ξανα και ξανα τις φορες.
τελοσπαντων
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου